
Επηρεάζει η ενδομητρίωση την ποιότητα των ωαρίων; Τι δείχνουν τα δεδομένα
Γράφει ο
Ηλίας Μεταξάς,
Μαιευτήρας Γυναικολόγος
Ειδικός στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή Μονάδα ΥΓΕΙΑ IVF ΕΜΒΡΥΟΓΕΝΕΣΙΣ

Από τα μέχρι σήμερα δεδομένα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη της ενδομητρίωσης είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας στη διαδικασία της γονιμότητας, τόσο σε επίπεδο ποιότητας ωαρίων στις πάσχουσες γυναίκες, όσο και σε επίπεδο συμφύσεων στα εσωτερικά γεννητικά όργανα με αποτέλεσμα την περιορισμένη διαβατότητα των σαλπίγγων αλλά και διαταράσσοντας την σαλπιγγοωοθηκική σχέση.
Παρόλα αυτά, πολλές γυναίκες που εμφανίζουν ενδομητρίωση κάποια στιγμή στη ζωή τους, καταφέρνουν να συλλάβουν είτε φυσικά είτε με τις διαδικασίες IVF. Γνωρίζουμε ότι η ενδομητρίωση προκαλεί πρώτον, μια σημαντικού βαθμού φλεγμονώδη αντίδραση στα γεννητικά όργανα και όταν προσβάλλει τις ωοθήκες μειώνει τον αριθμό των ωοθυλακίων (απόθεμα) και δεύτερον, δημιουργεί και ένα οξειδωτικό στρες επηρεάζοντας τη διαδικασία της ωρίμανσης και της ποιότητας των ωαρίων.
Η αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης εξαρτάται από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων αλλά κυρίως από τις επιπτώσεις στη γονιμότητα. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί έντονος προβληματισμός εάν πριν τη χειρουργική αντιμετώπιση λαπαροσκοπικά της πάθησης θα πρέπει να υποβληθεί σε κατάψυξη ωαρίων.
Έχει παρατηρηθεί ότι μετά τη χειρουργική αντιμετώπιση έχει αφαιρεθεί και υγιής ωοθηκικός ιστός μειώνοντας το απόθεμα των ωαρίων στις ωοθήκες. Επίσης μελέτες αναφέρουν ότι ασθενείς με την πάθηση, αν υποβληθούν σε κατάψυξη ωαρίων έχουν πολύ καλά αποτελέσματα σε ποιότητα και αριθμό ωαρίων προ της χειρουργική αντιμετώπιση, ιδίως αν πρόκειται για ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 37 ετών.
Η ενδομητρίωση είναι μια πάθηση πολύ συχνή στον γυναικείο πληθυσμό. Υπολογίζεται ότι 1 στις 8 γυναίκες θα παρουσιάσουν την πάθηση κάποια στιγμή στη ζωή τους και εκτός από προβλήματα υπογονιμότητας (σε 30% υπογόνιμων ζευγαριών έχουμε βασικό παράγοντα την ενδομητρίωση) δημιουργεί και άλλα προβλήματα όπως κοιλιακά άλγη, έντονη δυσμηνόρροια, πόνο στην επαφή κά.
Άρα δημιουργεί ένα σύνολο προβλημάτων που η αντιμετώπισή τους χρειάζεται εξατομίκευση υπολογίζοντας όλους τους παράγοντες που προαναφέραμε.
Η ηλικία της ασθενούς, η ύπαρξη υπογονιμότητας, η βαρύτητα της πάθησης, η ένταση των υπολοίπων συμπτωμάτων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να καθορίζουν το πρωτόκολλο αντιμετώπισής της.
